ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΜΤΣΑΤΚΑ
Η ζωή και οι αγώνες του Ρώσου Επισκόπου και Ιεραποστόλου της Ασίας Νέστορος

ΕΚΔΟΤΗΣ:


ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ:


ΣΕΛΙΔΕΣ:


Ιερά Μονή Παρακλήτου


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΑΝΙΣΙΜΩΦ ΝΕΣΤΩΡ


304

TIMH


14,00 €

Στα βάθη της Ανατολής, στο Βορειοανατολικό άκρο της Σιβηρίας, βρίσκεται μια μεγάλη χερσόνησος, σκεπασμένη τον περισσότερο καιρό με πάγους και χιόνια. Είναι η Καμτσάτκα.
Πριν διακόσια τόσα χρόνια οι κάτοικοί της "ζούσανε σκόρπιοι απάνω στις παγωμένες ερημιές. Τα χωριά τους ήτανε τριγυρισμένα με παλούκια ή μ' έναν τοίχο. Πολλά απ' αυτά τα χωριά ήτανε όλο-όλο μοναχά μια οικογένεια από διακόσες-τρακόσες ψυχές. Το χειμώνα καθόντανε μέσα σε τρύπες σκαμμένες κατ' από τη γη, και το καλοκαίρι σε κάτι σπίτια ξυλένια, κανωμένα απάνω σε παλούκια, ίδια με περιστεριώνες. Ποτέ δεν πλενόντανε. Για ψωμί τρώγανε βολβούς. Για προσφάγι τρώγανε ψάρια και κρέας από το κυνήγι. Τα ποτάμια ήτανε γεμάτα ψάρια. Σε μια βδομάδα πιάνανε όσα φτάνανε για όλον τον χειμώνα. Τις φώκιες τις σκοτώνανε με το καμάκι. Μα δεν πειράζανε τα άγρια ελάφια που βοσκούσανε στα βουνά κοπάδια-κοπάδια, μήτε τις μαύρες αρκούδες που τριγυρίζανε κι αυτές κοπαδιαστές, χωρίς να τους πειράξουνε... Τα ζαρκάδια, οι αλεπούδες, τα σιτζάπια, τα σαμούρια, οι λύκοι, ήτανε σε τέτοιο αμέτρητο πλήθος, που η πιο ακριβή γούνα άξιζε όσο ένα σκυλοτόμαρο. Όσο για πουλιά, είχε ακόμα πιο πολλά, και δεν τα πολυκυνηγούσανε. Αγριόχηνες, αγριόπαπιες, κορμοράνοι, θαλασσοπούλια, μικρά και μεγάλα, πετούσανε παντού. Γύρω στις καλύβες κράζανε μυριάδες κοράκια, κουρούνες και κάργιες... Πουλιά που κελαϊδούνε είχε λίγα στην Καμτσάτκα...". (Από τις περιγραφές του σοφού εξερευνητή Στέλλερ [-1746], όπως έχουν αποδοθεί λογοτεχνικά από τον Φ. Κόντογλου, "Γιαβάς ο θαλασσινός και άλλες ιστορίες", "Αστήρ", Αθήναι 1982, σ. 197-198).
Κάπως έτσι πρωτοείδε την Καμτσάτκα στις αρχές του αιώνα μας και ο νεαρός ιερομόναχος Νέστωρ Ανίσιμωφ, όταν ξεκίνησε μια τολμηρή ιεραποστολική προσπάθεια, αντιμετωπίζοντας απίστευτες δυσκολίες και περιπέτειες.
Από τις σημειώσεις, που με επιμέλεια κρατούσε, δημοσίευσε το 1936 -επίσκοπος ήδη- στο Χαρμπίν ένα μικρό βιβλίο με τα ιεραποστολικά του απομνημονεύματα. Τα ξανάγραψε στο τέλος της ζωής του, εμπλουτίζοντάς τα με περισσότερα στοιχεία. Κοιμήθηκε όμως πριν προλάβει να τα εκδόσει στη νέα μορφή τους. Τα χειρόγραφά του περιήλθαν στα χέρια ενός πνευματικού του τέκνου, του σεβάσμιου αρχιμ. Σεραφείμ Τόμιν, που πρόθυμα μας παραχώρησε ένα αντίγραφό τους. Απ' αυτό έγινε η μετάφρασή μας στην ελληνική γλώσσα. Μερικές επεμβάσεις, πάντως, στο κείμενο κρίθηκαν απαραίτητες, για τη χρονολογική τακτοποίηση των γεγονότων, τη διαλεύκανση κάποιων ασαφειών και την αποφυγή κουραστικών πλατειασμών ή επαναλήψεων.

(Από τον πρόλογο της έκδοσης)